Δημοσιεύσεις · Μέρος ΙΙΙ
Δευτερογενείς Αμυντικοί Μηχανισμοί και ο Ρόλος των Αμυνών στην Ψυχική Ζωή
Δευτερογενείς Αμυντικοί Μηχανισμοί
Σε αντίθεση με τους πρωτογενείς αμυντικούς μηχανισμούς, οι δευτερογενείς άμυνες εμφανίζονται όταν το Εγώ έχει αποκτήσει μεγαλύτερη ψυχική ωρίμανση. Ο άνθρωπος μπορεί πλέον να διακρίνει περισσότερο τον εαυτό από τους άλλους, να αναγνωρίζει την ύπαρξη αντιφατικών συναισθημάτων και να διατηρεί σταθερότερη επαφή με την πραγματικότητα. Οι συγκρούσεις δεν επιλύονται με τη δραστική αλλοίωση της αντίληψης του κόσμου, αλλά με πιο σύνθετους τρόπους ψυχικής επεξεργασίας.
Οι άμυνες αυτές χαρακτηρίζουν κυρίως τη νευρωτική οργάνωση της προσωπικότητας και, στις περισσότερες περιπτώσεις, επιτρέπουν στον άνθρωπο να συνεχίζει να λειτουργεί αποτελεσματικά στην καθημερινή του ζωή. Αυτό, όμως, δεν σημαίνει ότι στερούνται ψυχοπαθολογικής σημασίας. Όταν χρησιμοποιούνται άκαμπτα και επαναλαμβανόμενα, μπορούν να οδηγήσουν στη δημιουργία συμπτωμάτων, τα οποία συχνά αποτελούν τη βασική αιτία για την οποία κάποιος αναζητά ψυχοθεραπεία.
Απώθηση (Repression)
Η απώθηση αποτελεί τον θεμελιώδη αμυντικό μηχανισμό της κλασικής ψυχανάλυσης και βρίσκεται στον πυρήνα της φροϋδικής θεωρίας της νεύρωσης.
Μέσω της απώθησης, επιθυμίες, φαντασιώσεις, αναμνήσεις ή συναισθήματα που προκαλούν έντονο άγχος αποκλείονται από τη συνειδητή εμπειρία και παραμένουν στο ασυνείδητο. Δεν καταστρέφονται ούτε εξαφανίζονται. Συνεχίζουν να επηρεάζουν την ψυχική ζωή, αναζητώντας έμμεσους τρόπους έκφρασης.
Η απώθηση δεν αποτελεί λήθη. Ένας άνθρωπος μπορεί να ξεχάσει ένα δυσάρεστο γεγονός επειδή απλώς πέρασε ο χρόνος. Στην απώθηση, αντίθετα, η απομάκρυνση από τη συνείδηση εξυπηρετεί έναν ψυχικό σκοπό: προστατεύει το Εγώ από εμπειρίες που θεωρούνται ασυμβίβαστες με την εικόνα που έχει το άτομο για τον εαυτό του.
Τα απωθημένα στοιχεία, όμως, δεν παύουν να υπάρχουν. Συχνά επανεμφανίζονται με μεταμφιεσμένη μορφή, μέσα από όνειρα, παραδρομές, επαναλαμβανόμενες σχέσεις ή ψυχολογικά συμπτώματα. Για τον Freud, το σύμπτωμα αποτελεί συχνά έναν συμβιβασμό ανάμεσα στην απωθημένη επιθυμία και στις δυνάμεις που προσπαθούν να τη διατηρήσουν ασυνείδητη.
Μετατόπιση (Displacement)
Η μετατόπιση επιτρέπει σε ένα συναίσθημα να αποσυνδεθεί από το αρχικό του αντικείμενο και να στραφεί προς ένα άλλο, λιγότερο απειλητικό πρόσωπο ή κατάσταση.
Ένας εργαζόμενος που δέχεται έντονη πίεση από τον προϊστάμενό του μπορεί να μην εκφράσει τον θυμό του απέναντί του, αλλά να επιστρέψει στο σπίτι και να γίνει ευερέθιστος με τα παιδιά του. Ένας άνθρωπος που φοβάται να εκφράσει επιθετικότητα προς ένα σημαντικό πρόσωπο μπορεί να τη διοχετεύσει σε έναν εντελώς άγνωστο οδηγό στον δρόμο.
Το συναίσθημα παραμένει ουσιαστικά το ίδιο. Αυτό που αλλάζει είναι ο αποδέκτης του.
Η μετατόπιση μειώνει προσωρινά το άγχος, επειδή επιτρέπει την εκφόρτιση του συναισθήματος χωρίς να απειλείται η σημαντική σχέση από την οποία αυτό προήλθε. Ωστόσο, όταν χρησιμοποιείται συστηματικά, δημιουργεί σχέσεις στις οποίες τα συναισθήματα δεν εκφράζονται εκεί όπου πραγματικά ανήκουν.
Απομόνωση του Συναισθήματος (Isolation of Affect)
Ο μηχανισμός αυτός επιτρέπει στον άνθρωπο να διατηρεί στη συνείδησή του ένα γεγονός, αποκόπτοντάς το όμως από τη συναισθηματική του φόρτιση.
Κάποιος μπορεί να περιγράφει με απόλυτη ψυχραιμία ένα σοβαρό ατύχημα, μία κακοποίηση ή τον θάνατο ενός αγαπημένου προσώπου, σαν να αφηγείται ένα περιστατικό που αφορά κάποιον τρίτο. Η πληροφορία υπάρχει. Το συναίσθημα, όμως, μοιάζει να έχει εξαφανιστεί.
Η απομόνωση του συναισθήματος παρατηρείται συχνά σε επαγγελματίες που χρειάζεται προσωρινά να διατηρήσουν την ψυχραιμία τους μπροστά σε ιδιαίτερα δύσκολες καταστάσεις. Όταν όμως μετατρέπεται σε μόνιμο τρόπο λειτουργίας, ο άνθρωπος αποκτά μία διανοητική γνώση της ζωής του χωρίς πραγματική συναισθηματική επαφή με αυτήν.
Δεν είναι λίγοι οι θεραπευόμενοι που γνωρίζουν με ακρίβεια τι τους έχει συμβεί, αλλά δυσκολεύονται να το αισθανθούν.
Διανοητικοποίηση (Intellectualization)
Η διανοητικοποίηση αποτελεί μία ιδιαίτερα συχνή άμυνα σε ανθρώπους με υψηλή γνωστική ικανότητα.
Το συναίσθημα αντικαθίσταται από τη σκέψη. Αντί να βιώσει κανείς τον φόβο, τη λύπη ή τον θυμό του, αρχίζει να αναλύει, να ταξινομεί, να θεωρητικοποιεί και να ερμηνεύει.
Η σκέψη γίνεται καταφύγιο απέναντι στη συναισθηματική εμπειρία.
Ο άνθρωπος μπορεί να γνωρίζει εξαιρετικά καλά την ψυχολογία του, να χρησιμοποιεί άψογα την ψυχαναλυτική ορολογία και να αναλύει με ακρίβεια τις σχέσεις του, χωρίς όμως να επιτρέπει στον εαυτό του να βιώσει ουσιαστικά όσα περιγράφει.
Η διανοητικοποίηση δεν είναι η γνώση. Είναι η χρήση της γνώσης ως προστασίας απέναντι στο συναίσθημα.
Εκλογίκευση (Rationalization)
Με την εκλογίκευση, ο άνθρωπος κατασκευάζει λογικές εξηγήσεις για συμπεριφορές ή αποφάσεις που στην πραγματικότητα υπαγορεύονται από ασυνείδητα κίνητρα.
Οι εξηγήσεις αυτές δεν είναι απαραίτητα ψευδείς. Συχνά περιέχουν στοιχεία αλήθειας. Δεν αποτελούν όμως την πραγματική αιτία της συμπεριφοράς.
Κάποιος μπορεί να εγκαταλείψει μία σχέση υποστηρίζοντας ότι «δεν υπήρχε αρκετός ελεύθερος χρόνος», ενώ ασυνείδητα τον τρομάζει η συναισθηματική εγγύτητα. Άλλος μπορεί να απορρίπτει διαρκώς επαγγελματικές ευκαιρίες εξηγώντας ότι «δεν ήταν η κατάλληλη στιγμή», ενώ βαθύτερα φοβάται την επιτυχία ή την αποτυχία.
Η εκλογίκευση διατηρεί την αίσθηση συνοχής του Εγώ. Επιτρέπει στον άνθρωπο να αισθάνεται ότι κατανοεί τις επιλογές του, ακόμη και όταν οι πραγματικές αιτίες παραμένουν ασυνείδητες.
Αντιδραστικός Σχηματισμός (Reaction Formation)
Ο αντιδραστικός σχηματισμός εμφανίζεται όταν μία ασυνείδητη επιθυμία ή παρόρμηση βιώνεται ως τόσο απειλητική ώστε ο άνθρωπος υιοθετεί τη διαμετρικά αντίθετη στάση.
Η έντονη ευγένεια μπορεί να καλύπτει βαθιά επιθετικότητα. Η υπερβολική φροντίδα μπορεί να αποκρύπτει έντονο θυμό. Η απόλυτη ηθικολογία μπορεί να προστατεύει από ασυνείδητες ενορμήσεις που το άτομο δυσκολεύεται να αποδεχθεί ως δικές του.
Το χαρακτηριστικό αυτού του μηχανισμού είναι η υπερβολή. Η συμπεριφορά δεν είναι απλώς αντίθετη από την ασυνείδητη επιθυμία· είναι συχνά υπερβολικά έντονη, άκαμπτη και απόλυτη.
Όσο ισχυρότερη είναι η ασυνείδητη σύγκρουση, τόσο πιο επίμονη γίνεται η ανάγκη διατήρησης της αντίθετης στάσης.
Οι δευτερογενείς άμυνες που παρουσιάστηκαν μέχρι εδώ επιτρέπουν στον άνθρωπο να παραμένει σε επαφή με την πραγματικότητα χωρίς να διαταράσσεται ουσιαστικά η εικόνα του εξωτερικού κόσμου. Παρά τη μεγαλύτερη ωριμότητά τους, εξακολουθούν να οργανώνουν τον τρόπο με τον οποίο βιώνονται οι σχέσεις, οι συγκρούσεις και τα συμπτώματα.
Παρακάτω θα παρουσιαστούν οι υπόλοιποι δευτερογενείς αμυντικοί μηχανισμοί — η παλινδρόμηση, η ακύρωση, η ταύτιση, η ταύτιση με τον επιτιθέμενο, η καταστολή, η μετουσίωση και το χιούμορ — δηλαδή οι άμυνες που ολοκληρώνουν το φάσμα από τις λιγότερο έως τις περισσότερο ώριμες μορφές ψυχικής λειτουργίας.
Δευτερογενείς Αμυντικοί Μηχανισμοί
Οι αμυντικοί μηχανισμοί που ακολουθούν θεωρούνται, σε γενικές γραμμές, περισσότερο ώριμες μορφές ψυχικής λειτουργίας. Ορισμένοι από αυτούς εμφανίζονται ήδη από την παιδική ηλικία, όμως αποκτούν την πλήρη τους μορφή καθώς εξελίσσεται η ανάπτυξη του Εγώ. Κοινό τους χαρακτηριστικό είναι ότι δεν απαιτούν σοβαρή παραμόρφωση της πραγματικότητας. Αντιθέτως, επιτρέπουν στον άνθρωπο να διατηρεί μεγαλύτερη επαφή τόσο με τον εσωτερικό όσο και με τον εξωτερικό κόσμο, μειώνοντας παράλληλα την ένταση του άγχους.
Παλινδρόμηση (Regression)
Η παλινδρόμηση αποτελεί έναν μηχανισμό μέσω του οποίου ο άνθρωπος, όταν βρίσκεται αντιμέτωπος με έντονο άγχος ή πίεση, επιστρέφει προσωρινά σε τρόπους σκέψης, συναισθηματικής λειτουργίας ή συμπεριφοράς που χαρακτηρίζουν προηγούμενα αναπτυξιακά στάδια.
Η λειτουργία αυτή δεν είναι απαραίτητα παθολογική. Ένας ενήλικας που αρρωσταίνει μπορεί να αισθανθεί έντονη ανάγκη φροντίδας. Ένα παιδί που αποκτά μικρότερο αδελφό μπορεί προσωρινά να ζητήσει ξανά πιπίλα ή να εμφανίσει συμπεριφορές που είχε ήδη εγκαταλείψει. Ακόμη και ο ύπνος ή η δημιουργική φαντασία προϋποθέτουν, σε κάποιο βαθμό, μία ελεγχόμενη μορφή παλινδρόμησης.
Το πρόβλημα εμφανίζεται όταν η επιστροφή σε πρώιμες μορφές λειτουργίας αποτελεί τη βασική απάντηση στις δυσκολίες της ζωής. Τότε, αντί να αναπτύσσονται νέες δυνατότητες αντιμετώπισης, ο άνθρωπος καταφεύγει επανειλημμένα σε παλαιότερους τρόπους ψυχικής οργάνωσης που δεν ανταποκρίνονται πλέον στις απαιτήσεις της πραγματικότητας.
Ακύρωση (Undoing)
Η ακύρωση αποτελεί την ασυνείδητη προσπάθεια να αναιρεθεί συμβολικά μία σκέψη, μία επιθυμία ή μία πράξη που προκαλεί έντονο άγχος ή ενοχή.
Δεν πρόκειται για πραγματική διόρθωση ενός λάθους. Πρόκειται για την ψυχική φαντασίωση ότι μία δεύτερη πράξη μπορεί να «σβήσει» την πρώτη.
Η άμυνα αυτή εμφανίζεται χαρακτηριστικά στην ιδεοψυχαναγκαστική ψυχοπαθολογία. Ένας άνθρωπος μπορεί να αισθάνεται την ανάγκη να επαναλαμβάνει συγκεκριμένες κινήσεις, να πλένει συνεχώς τα χέρια του ή να ελέγχει αμέτρητες φορές μία πόρτα, όχι επειδή αγνοεί ότι είναι κλειδωμένη, αλλά επειδή η επαναληπτική πράξη λειτουργεί ως ασυνείδητη προσπάθεια εξουδετέρωσης του άγχους.
Η ακύρωση μειώνει προσωρινά την ενοχή, χωρίς όμως να επιλύει την υποκείμενη σύγκρουση. Για τον λόγο αυτό, οι τελετουργίες τείνουν να επαναλαμβάνονται αδιάκοπα.
Ταύτιση (Identification)
Η ταύτιση αποτελεί έναν από τους σημαντικότερους μηχανισμούς ανάπτυξης της προσωπικότητας.
Μέσω αυτής, ο άνθρωπος ενσωματώνει χαρακτηριστικά, αξίες, στάσεις και τρόπους συμπεριφοράς σημαντικών προσώπων της ζωής του. Η διαδικασία αυτή βρίσκεται στον πυρήνα της μάθησης, της κοινωνικοποίησης και της διαμόρφωσης της προσωπικότητας.
Τα παιδιά ταυτίζονται με τους γονείς τους. Οι μαθητές με τους δασκάλους τους. Οι νέοι με πρόσωπα που θαυμάζουν. Αργότερα, ο θεραπευόμενος μπορεί να εσωτερικεύσει νέους τρόπους σκέψης και συναισθηματικής επεξεργασίας μέσα από τη θεραπευτική σχέση.
Η ταύτιση δεν αποτελεί παθολογία. Είναι ένας από τους βασικούς μηχανισμούς μέσω των οποίων εξελίσσεται ο άνθρωπος.
Ταύτιση με τον Επιτιθέμενο (Identification with the Aggressor)
Περιγράφηκε αρχικά από την Anna Freud και αποτελεί μία ιδιαίτερη μορφή ταύτισης.
Όταν ένα παιδί βιώνει έντονο φόβο απέναντι σε ένα ισχυρό ή επιθετικό πρόσωπο, μπορεί ασυνείδητα να υιοθετήσει τα χαρακτηριστικά του ίδιου του επιτιθέμενου. Με αυτόν τον τρόπο, η θέση του αδύναμου μετατρέπεται προσωρινά στη θέση του ισχυρού.
Το παιδί που έχει δεχθεί έντονη βία μπορεί αργότερα να συμπεριφέρεται βίαια προς άλλα παιδιά. Ο ενήλικας που μεγάλωσε με υπερβολικά επικριτικούς γονείς μπορεί να γίνεται ο ίδιος εξαιρετικά επικριτικός προς τους άλλους ή προς τον εαυτό του.
Η άμυνα αυτή μειώνει την αίσθηση αδυναμίας, αλλά συχνά οδηγεί στη διαιώνιση των ίδιων σχεσιακών προτύπων από γενιά σε γενιά.
Καταστολή (Suppression)
Σε αντίθεση με την απώθηση, η καταστολή αποτελεί μία περισσότερο συνειδητή λειτουργία.
Ο άνθρωπος επιλέγει προσωρινά να μην ασχοληθεί με μία σκέψη ή μία δυσκολία, επειδή γνωρίζει ότι δεν είναι η κατάλληλη στιγμή για να την επεξεργαστεί.
Ένας χειρουργός δεν μπορεί να κατακλυστεί από το προσωπικό του άγχος κατά τη διάρκεια μιας δύσκολης επέμβασης. Ένας πυροσβέστης δεν μπορεί να αφεθεί στον πανικό την ώρα που επιχειρεί να σώσει ανθρώπους. Ένας γονέας μπορεί προσωρινά να παραμερίσει τη δική του θλίψη ώστε να φροντίσει το παιδί του.
Η καταστολή θεωρείται μία ιδιαίτερα ώριμη άμυνα, επειδή δεν αρνείται την ύπαρξη του συναισθήματος. Απλώς αναβάλλει την επεξεργασία του μέχρι να υπάρξουν οι κατάλληλες συνθήκες.
Μετουσίωση (Sublimation)
Η μετουσίωση θεωρείται από πολλούς η ωριμότερη από όλες τις άμυνες.
Οι ενορμήσεις δεν καταπιέζονται ούτε διαστρεβλώνονται. Μετασχηματίζονται σε δραστηριότητες που είναι δημιουργικές τόσο για το άτομο όσο και για την κοινωνία.
Η επιθετικότητα μπορεί να διοχετευθεί στον αθλητισμό ή στην υπεράσπιση των άλλων. Η έντονη περιέργεια μπορεί να οδηγήσει στην επιστημονική έρευνα. Η ανάγκη έκφρασης μπορεί να μετατραπεί σε τέχνη, λογοτεχνία ή μουσική.
Για τον Freud, μεγάλο μέρος του ανθρώπινου πολιτισμού αποτελεί προϊόν μετουσίωσης. Η δημιουργικότητα δεν προκύπτει παρά την ύπαρξη των ενορμήσεων, αλλά ακριβώς μέσα από τον δημιουργικό μετασχηματισμό τους.
Χιούμορ (Humor)
Το χιούμορ αποτελεί μία από τις πιο ώριμες μορφές ψυχικής άμυνας.
Δεν αρνείται την πραγματικότητα ούτε απομακρύνει το συναίσθημα. Επιτρέπει στον άνθρωπο να προσεγγίσει ακόμη και ιδιαίτερα δύσκολες εμπειρίες χωρίς να συντριβεί από αυτές.
Το αυθεντικό χιούμορ δεν διακωμωδεί τον πόνο. Δημιουργεί μία μικρή ψυχική απόσταση που επιτρέπει στο άτομο να συνεχίσει να σκέφτεται και να αισθάνεται ακόμη και μέσα στις πιο αντίξοες συνθήκες.
Δεν είναι τυχαίο ότι πολλοί άνθρωποι που έχουν περάσει εξαιρετικά δύσκολες δοκιμασίες διατηρούν μία αξιοσημείωτη ικανότητα αυτοσαρκασμού. Το χιούμορ, σε αυτές τις περιπτώσεις, δεν αποτελεί άρνηση της πραγματικότητας. Αποτελεί έκφραση ψυχικής ανθεκτικότητας.
Με την ολοκλήρωση των πρωτογενών και δευτερογενών αμυντικών μηχανισμών γίνεται φανερό ότι οι άμυνες δεν αποτελούν ένα σύνολο ανεξάρτητων ψυχολογικών τεχνασμάτων. Αντίθετα, συνθέτουν τον βασικό τρόπο με τον οποίο κάθε προσωπικότητα οργανώνει την εσωτερική της ζωή και τις σχέσεις της με τους άλλους ανθρώπους. Ο ίδιος άνθρωπος χρησιμοποιεί συνήθως περισσότερους από έναν μηχανισμούς, οι οποίοι συνδυάζονται μεταξύ τους και διαμορφώνουν ένα σχετικά σταθερό αμυντικό προφίλ.
Στο τελευταίο μέρος θα εξεταστεί ο ευρύτερος ρόλος των αμυντικών μηχανισμών στην ψυχική ανάπτυξη, η συμμετοχή τους στη δημιουργία της συμπτωματολογίας και ο τρόπος με τον οποίο η ψυχαναλυτική θεραπεία προσεγγίζει τη σταδιακή μεταμόρφωση των αμυνών χωρίς να επιδιώκει την κατάργησή τους.
Ο Ρόλος των Αμυντικών Μηχανισμών στην Ψυχική Ζωή και τη Δημιουργία της Συμπτωματολογίας
Μετά την εξέταση των πρωτογενών και δευτερογενών αμυντικών μηχανισμών, γίνεται φανερό ότι οι άμυνες δεν αποτελούν ένα απλό σύνολο ψυχολογικών τεχνασμάτων. Αποτελούν τον τρόπο με τον οποίο οργανώνεται η ίδια η προσωπικότητα. Διαμορφώνουν τον τρόπο με τον οποίο ο άνθρωπος αντιλαμβάνεται τον εαυτό του, σχετίζεται με τους άλλους, αντιμετωπίζει την πραγματικότητα και προσπαθεί να προστατευθεί από το ψυχικό άλγος.
Ένα από τα συχνότερα λάθη είναι να θεωρείται ότι η ύπαρξη αμυντικών μηχανισμών αποτελεί από μόνη της ένδειξη ψυχοπαθολογίας. Στην πραγματικότητα συμβαίνει ακριβώς το αντίθετο. Χωρίς άμυνες, η ψυχική ζωή θα ήταν αδύνατη. Ο άνθρωπος θα ήταν εκτεθειμένος σε μία συνεχή πλημμύρα συναισθημάτων, συγκρούσεων και εσωτερικών εντάσεων, χωρίς καμία δυνατότητα οργάνωσης ή επεξεργασίας τους.
Οι άμυνες αποτελούν, επομένως, απαραίτητη λειτουργία του Εγώ. Δεν δημιουργούνται για να εξαπατήσουν τον άνθρωπο αλλά για να τον προστατεύσουν. Κάθε αμυντικός μηχανισμός υπήρξε κάποτε η καλύτερη δυνατή λύση που μπορούσε να βρει ο ψυχισμός απέναντι σε μία κατάσταση που ξεπερνούσε τις δυνατότητές του.
Αυτό εξηγεί γιατί η ψυχανάλυση δεν αντιμετωπίζει ποτέ τις άμυνες ως εχθρό. Ο θεραπευτής δεν προσπαθεί να τις καταργήσει ούτε να τις «σπάσει». Μία τέτοια παρέμβαση θα άφηνε τον άνθρωπο εκτεθειμένο ακριβώς απέναντι σε εκείνο το άγχος από το οποίο οι άμυνες προσπαθούν να τον προστατεύσουν.
Το πραγματικό θεραπευτικό έργο είναι πολύ πιο σύνθετο. Στόχος είναι να κατανοηθεί τι ακριβώς προστατεύει κάθε άμυνα, ποια σύγκρουση επιχειρεί να διαχειριστεί και γιατί ο συγκεκριμένος τρόπος προστασίας εξακολουθεί να είναι αναγκαίος ακόμη και όταν πλέον δημιουργεί περισσότερα προβλήματα από όσα λύνει.
Η διαφορά ανάμεσα στην ψυχική υγεία και την ψυχοπαθολογία δεν βρίσκεται, λοιπόν, στην ύπαρξη ή την απουσία αμυντικών μηχανισμών. Βρίσκεται κυρίως στην ευελιξία με την οποία χρησιμοποιούνται.
Ο ψυχικά υγιής άνθρωπος διαθέτει ένα ευρύ ρεπερτόριο αμυνών. Ανάλογα με τις συνθήκες, μπορεί να χρησιμοποιήσει διαφορετικούς τρόπους ψυχικής προσαρμογής. Διατηρεί επαφή με την πραγματικότητα, ανέχεται την αμφιθυμία, μπορεί να αναγνωρίζει τα λάθη του και να τροποποιεί σταδιακά τον τρόπο με τον οποίο αντιμετωπίζει τις δυσκολίες.
Αντίθετα, όσο περισσότερο μία προσωπικότητα βασίζεται σε έναν μικρό αριθμό άκαμπτων αμυνών, τόσο περισσότερο περιορίζεται η ψυχική της ελευθερία. Οι ίδιες λύσεις εφαρμόζονται σε κάθε περίσταση, ακόμη και όταν παύουν να είναι αποτελεσματικές. Οι σχέσεις γίνονται προβλέψιμες, οι συγκρούσεις επαναλαμβάνονται και η δυνατότητα νέας εμπειρίας μειώνεται σημαντικά.
Σε αυτό ακριβώς το σημείο αρχίζει να διαμορφώνεται η συμπτωματολογία.
Το σύμπτωμα δεν αποτελεί τυχαίο γεγονός ούτε απλή δυσλειτουργία του ψυχισμού. Από ψυχαναλυτική σκοπιά, αποτελεί μία λύση συμβιβασμού. Από τη μία πλευρά, εκφράζει μία ασυνείδητη ανάγκη, επιθυμία ή σύγκρουση. Από την άλλη, οι αμυντικοί μηχανισμοί δεν επιτρέπουν την άμεση έκφρασή της. Το αποτέλεσμα είναι μία έμμεση μορφή έκφρασης, η οποία εμφανίζεται ως άγχος, φοβία, ιδεοψυχαναγκαστικά συμπτώματα, σωματοποίηση, κατάθλιψη ή επαναλαμβανόμενα προβλήματα στις σχέσεις.
Το σύμπτωμα δεν είναι ο εχθρός. Είναι ένα μήνυμα. Μία προσπάθεια του ψυχισμού να διατηρήσει μία εύθραυστη ισορροπία ανάμεσα σε αντικρουόμενες ψυχικές δυνάμεις.
Η μορφή που θα πάρει αυτή η ισορροπία εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό από το είδος των αμυνών που κυριαρχούν στην προσωπικότητα.
Στη νευρωτική οργάνωση προσωπικότητας επικρατούν κυρίως οι δευτερογενείς άμυνες. Η επαφή με την πραγματικότητα παραμένει σε μεγάλο βαθμό ανέπαφη, όμως οι συγκρούσεις εκφράζονται μέσα από άγχος, φοβίες, καταναγκασμούς, υστερικά ή καταθλιπτικά συμπτώματα.
Στην οριακή οργάνωση προσωπικότητας κυριαρχούν περισσότερο οι πρωτογενείς άμυνες, όπως η διχοτόμηση, η προβολική ταύτιση, η εξιδανίκευση και η υποτίμηση. Οι δυσκολίες εκδηλώνονται κυρίως στη σταθερότητα της ταυτότητας, στη ρύθμιση του συναισθήματος και στις διαπροσωπικές σχέσεις.
Στην ψυχωτική οργάνωση προσωπικότητας οι πρωτογενείς άμυνες χρησιμοποιούνται σε ακόμη μεγαλύτερο βαθμό, με αποτέλεσμα να επηρεάζεται ουσιαστικά η ίδια η δοκιμασία της πραγματικότητας.
Οι κατηγορίες αυτές δεν είναι απόλυτες. Κανένας άνθρωπος δεν χρησιμοποιεί αποκλειστικά μία μόνο ομάδα αμυνών. Όλοι διαθέτουμε ένα μίγμα πρωτογενών και δευτερογενών μηχανισμών. Εκείνο που διαφοροποιεί τις προσωπικότητες είναι ποιοι μηχανισμοί κυριαρχούν και πόσο ευέλικτα μπορούν να μεταβάλλονται ανάλογα με τις απαιτήσεις της ζωής.
Αυτός είναι και ο βαθύτερος στόχος της ψυχαναλυτικής θεραπείας.
Η θεραπεία δεν αποσκοπεί στην κατάργηση των αμυντικών μηχανισμών. Κάτι τέτοιο θα ήταν όχι μόνο αδύνατο αλλά και ανεπιθύμητο. Στόχος είναι η σταδιακή ανάπτυξη ενός Εγώ που θα μπορεί να ανέχεται περισσότερο την αμφιθυμία, την αβεβαιότητα, την απώλεια, τη ματαίωση και τη σύγκρουση, χωρίς να χρειάζεται να παραμορφώνει την πραγματικότητα για να προστατευθεί.
Καθώς η θεραπεία εξελίσσεται, οι άκαμπτες άμυνες χάνουν σταδιακά τη δεσπόζουσα θέση τους. Δεν εξαφανίζονται. Μετασχηματίζονται. Ο άνθρωπος αποκτά μεγαλύτερη δυνατότητα να σκέφτεται πριν ενεργήσει, να αναγνωρίζει τα συναισθήματά του χωρίς να κατακλύζεται από αυτά, να βλέπει τους άλλους ως σύνθετες προσωπικότητες και να αντέχει την ύπαρξη αντιφάσεων χωρίς να καταφεύγει σε απόλυτες λύσεις.
Ίσως αυτή να είναι και η ουσιαστικότερη συμβολή της ψυχαναλυτικής θεωρίας των αμυντικών μηχανισμών. Δεν μας βοηθά μόνο να κατανοήσουμε γιατί οι άνθρωποι υποφέρουν. Μας βοηθά να κατανοήσουμε γιατί, ακόμη και μέσα από τις δυσκολίες τους, συνεχίζουν να προσπαθούν να προστατεύσουν την ψυχική τους συνοχή. Οι άμυνες δεν αποτελούν εμπόδιο στην κατανόηση της προσωπικότητας· αποτελούν τον δρόμο που οδηγεί σε αυτήν. Και όσο βαθύτερα κατανοούμε τη λειτουργία τους, τόσο περισσότερο προσεγγίζουμε τον τρόπο με τον οποίο κάθε άνθρωπος οργανώνει τον εσωτερικό του κόσμο, τις σχέσεις του και, τελικά, την ίδια του την ζωή.
Σχετικά άρθρα
Επαγγελματική εκπαίδευση
Εμβαθύνετε την κατανόησή σας μέσα από τυπική εκπαίδευση
Το Ετήσιο Πρόγραμμα Εισαγωγής στην Ψυχαναλυτική Θεωρία του CPS προσφέρει μια δομημένη εισαγωγή στις θεμελιώδεις αρχές, έννοιες και κύριες παραδόσεις της ψυχαναλυτικής σκέψης.
Εξερευνήστε το πρόγραμμα εκπαίδευσης