← Δημοσιεύσεις

Δημοσιεύσεις · Μέρος ΙΙ

Πρωτογενείς Αμυντικοί Μηχανισμοί

Πρωτογενείς Αμυντικοί Μηχανισμοί

Οι πρωτογενείς αμυντικοί μηχανισμοί αποτελούν τις αρχαιότερες μορφές ψυχικής προστασίας. Εμφανίζονται ήδη από τα πρώτα στάδια της ανάπτυξης, όταν το βρέφος δεν έχει ακόμη αποκτήσει σταθερή αίσθηση του εαυτού και των άλλων ως ξεχωριστών και σύνθετων προσώπων. Σε αυτή τη φάση της ζωής, ο ψυχισμός δεν διαθέτει ακόμη την ικανότητα να αντέξει την αμφιθυμία, την αβεβαιότητα ή την ταυτόχρονη ύπαρξη αντιφατικών συναισθημάτων απέναντι στο ίδιο αντικείμενο.

Οι άμυνες αυτές δεν αποτελούν ένδειξη παθολογίας. Αντίθετα, κατά την πρώιμη ανάπτυξη είναι απολύτως φυσιολογικές και απαραίτητες. Επιτρέπουν στο παιδί να οργανώσει σταδιακά την εμπειρία του μέχρι να αναπτυχθούν πιο ώριμοι τρόποι ψυχικής επεξεργασίας. Όταν όμως εξακολουθούν να αποτελούν τον κυρίαρχο τρόπο λειτουργίας και στην ενήλικη ζωή, περιορίζουν σημαντικά την ικανότητα του ανθρώπου να αντιλαμβάνεται την πραγματικότητα με ευελιξία και πολυπλοκότητα.

Διχοτόμηση (Splitting)

Η διχοτόμηση αποτελεί ίσως τον πιο χαρακτηριστικό πρωτογενή αμυντικό μηχανισμό. Μέσω αυτής, ο άνθρωπος αδυνατεί να συνθέσει τις θετικές και τις αρνητικές πλευρές ενός προσώπου ή του ίδιου του εαυτού του σε μία ενιαία εικόνα. Αντί να αντιλαμβάνεται ότι οι άνθρωποι διαθέτουν ταυτόχρονα προτερήματα και αδυναμίες, τείνει να τους βιώνει εναλλάξ ως απολύτως καλούς ή απολύτως κακούς.

Στην πρώιμη ανάπτυξη, η λειτουργία αυτή προστατεύει το βρέφος από υπερβολικά έντονες συγκινήσεις. Είναι πολύ δυσκολότερο να ανεχθεί ότι το ίδιο πρόσωπο που το φροντίζει μπορεί ταυτόχρονα να το ματαιώνει. Έτσι, δημιουργούνται προσωρινά δύο ξεχωριστές αναπαραστάσεις: η «καλή μητέρα» και η «κακή μητέρα». Με την ψυχική ωρίμανση οι δύο αυτές εικόνες σταδιακά ενοποιούνται.

Όταν όμως η διχοτόμηση εξακολουθεί να κυριαρχεί στην ενήλικη ζωή, οι σχέσεις αποκτούν έντονη αστάθεια. Οι άνθρωποι εξιδανικεύονται εύκολα και, με την πρώτη απογοήτευση, μετατρέπονται σε πλήρως απορριπτέα πρόσωπα. Δεν αλλάζει τόσο ο άλλος· αλλάζει η εσωτερική του αναπαράσταση.

Η διχοτόμηση μειώνει προσωρινά το άγχος, αλλά εμποδίζει την ανάπτυξη σταθερών και ώριμων σχέσεων. Η δυσκολία ανοχής της αμφιθυμίας αποτελεί έναν από τους βασικούς άξονες της οριακής οργάνωσης της προσωπικότητας.

Άρνηση (Denial)

Η άρνηση είναι ο μηχανισμός μέσω του οποίου μία επώδυνη πλευρά της πραγματικότητας αντιμετωπίζεται σαν να μην υπάρχει.

Δεν πρόκειται για ψέμα ούτε για συνειδητή εξαπάτηση. Ο άνθρωπος δεν προσποιείται ότι δεν βλέπει την πραγματικότητα· για ένα χρονικό διάστημα αδυνατεί πραγματικά να την ενσωματώσει στην ψυχική του εμπειρία.

Η άρνηση μπορεί να λειτουργήσει εξαιρετικά προστατευτικά σε καταστάσεις έντονου ψυχικού τραύματος. Η πρώτη αντίδραση απέναντι στον αιφνίδιο θάνατο ενός αγαπημένου προσώπου, σε μία σοβαρή διάγνωση ή σε μία καταστροφική απώλεια συχνά συνοδεύεται από μία προσωρινή αίσθηση ότι «αυτό δεν μπορεί να συμβαίνει». Η προσωρινή αυτή άρνηση επιτρέπει στον ψυχισμό να προσεγγίσει σταδιακά μία πραγματικότητα που διαφορετικά θα ήταν αδύνατο να αντέξει.

Όταν όμως η άρνηση γίνεται μόνιμος τρόπος λειτουργίας, η επαφή με την πραγματικότητα αρχίζει να διαταράσσεται. Ο άνθρωπος μπορεί να επιμένει ότι μία σχέση δεν έχει τελειώσει, ότι μία εξάρτηση δεν αποτελεί πρόβλημα ή ότι μία σοβαρή δυσκολία δεν υπάρχει, παρά τα αδιαμφισβήτητα στοιχεία που την επιβεβαιώνουν.

Η άρνηση προστατεύει προσωρινά από το ψυχικό άλγος, αλλά το τίμημα είναι η απομάκρυνση από την πραγματικότητα.

Πρωτογενής Εξιδανίκευση (Primitive Idealization)

Η πρωτογενής εξιδανίκευση αποτελεί μία μορφή άμυνας κατά την οποία ένα πρόσωπο βιώνεται ως απολύτως τέλειο, παντοδύναμο και ανίκανο να απογοητεύσει.

Στην πρώιμη παιδική ηλικία, η εξιδανίκευση του γονέα εξυπηρετεί σημαντικές αναπτυξιακές λειτουργίες. Το παιδί χρειάζεται να αισθάνεται ότι υπάρχει κάποιος αρκετά ισχυρός ώστε να το προστατεύσει από έναν κόσμο που βιώνεται ως απρόβλεπτος και απειλητικός.

Στην ενήλικη ζωή, όμως, η πρωτογενής εξιδανίκευση δημιουργεί σχέσεις εύθραυστες. Ο σύντροφος, ο θεραπευτής, ο δάσκαλος ή ακόμη και ένας πολιτικός ηγέτης αντιμετωπίζονται σαν να μην έχουν αδυναμίες. Η παραμικρή απογοήτευση οδηγεί συχνά στην αντίθετη κίνηση: την πλήρη υποτίμηση.

Η εξιδανίκευση δεν βασίζεται στην πραγματική γνώση του άλλου. Βασίζεται στην ανάγκη του ψυχισμού να προστατευθεί από το άγχος που προκαλεί η αβεβαιότητα και η ανθρώπινη ατέλεια.

Υποτίμηση (Devaluation)

Η υποτίμηση αποτελεί τη συμμετρική πλευρά της εξιδανίκευσης.

Όταν ένα πρόσωπο δεν μπορεί πλέον να διατηρηθεί ως τέλειο, κινδυνεύει να βιωθεί ως απολύτως ανάξιο, κακό ή ασήμαντο. Η υποτίμηση επιτρέπει στον άνθρωπο να απομακρυνθεί από το ψυχικό τραύμα της απογοήτευσης, μειώνοντας τη συναισθηματική αξία του άλλου.

Δεν είναι σπάνιο κάποιος να περιγράφει έναν σύντροφο ως «τον σημαντικότερο άνθρωπο της ζωής μου» και, λίγες εβδομάδες αργότερα, ως «τον χειρότερο άνθρωπο που γνώρισα ποτέ». Συνήθως δεν έχει αλλάξει ο σύντροφος· έχει αλλάξει ο τρόπος με τον οποίο οργανώνεται η εσωτερική του αναπαράσταση.

Η εναλλαγή εξιδανίκευσης και υποτίμησης αποτελεί χαρακτηριστικό πολλών σχέσεων όπου κυριαρχούν πρωτογενείς άμυνες.

Παντοδυναμία (Omnipotence)

Η παντοδυναμία αποτελεί μία από τις πρώτες εμπειρίες της ανθρώπινης ανάπτυξης. Στους πρώτους μήνες της ζωής, το βρέφος δεν έχει ακόμη διαμορφώσει σαφή διάκριση ανάμεσα στις επιθυμίες του και στην εξωτερική πραγματικότητα. Η ικανοποίηση των αναγκών του βιώνεται συχνά σαν να προκαλείται από την ίδια του την επιθυμία.

Με την ανάπτυξη, η εμπειρία αυτή σταδιακά εγκαταλείπεται. Ο άνθρωπος αναγνωρίζει ότι υπάρχουν όρια, εξωτερική πραγματικότητα και άλλοι άνθρωποι με δική τους βούληση.

Όταν όμως η παντοδυναμία εξακολουθεί να αποτελεί κυρίαρχο τρόπο οργάνωσης της προσωπικότητας, εμφανίζεται η πεποίθηση ότι η εξάρτηση από τους άλλους δεν είναι αναγκαία, ότι οι περιορισμοί δεν ισχύουν για τον ίδιο ή ότι μπορεί να ελέγξει καταστάσεις που βρίσκονται πέρα από τις πραγματικές του δυνατότητες.

Η άμυνα αυτή προστατεύει από βαθύτερα αισθήματα αδυναμίας, εξάρτησης και ευαλωτότητας. Πίσω από την εικόνα της απόλυτης ισχύος, συχνά κρύβεται ένας ψυχισμός που δυσκολεύεται να ανεχθεί την ανθρώπινη ατέλεια και την ανάγκη για τον άλλον.

Πρωτογενείς Αμυντικοί Μηχανισμοί (συνέχεια)

Μέχρι τώρα παρουσιάστηκαν η διχοτόμηση, η άρνηση, η πρωτογενής εξιδανίκευση, η υποτίμηση και η παντοδυναμία. Όλες αυτές οι άμυνες έχουν ένα κοινό χαρακτηριστικό: προσπαθούν να μειώσουν το άγχος μεταβάλλοντας τον τρόπο με τον οποίο ο άνθρωπος αντιλαμβάνεται τον εαυτό του ή την πραγματικότητα.

Υπάρχουν, όμως, και άλλοι πρωτογενείς μηχανισμοί που λειτουργούν κυρίως μέσα στις διαπροσωπικές σχέσεις. Δεν αλλάζουν μόνο την εικόνα του άλλου· επηρεάζουν τον ίδιο τον τρόπο με τον οποίο δύο άνθρωποι σχετίζονται μεταξύ τους. Οι μηχανισμοί αυτοί αποτελούν τον πυρήνα της σύγχρονης θεωρίας των αντικειμενοτρόπων σχέσεων και της ψυχαναλυτικής κατανόησης της οριακής και της ψυχωτικής οργάνωσης της προσωπικότητας.

Προβολή (Projection)

Η προβολή είναι ο αμυντικός μηχανισμός μέσω του οποίου συναισθήματα, επιθυμίες, παρορμήσεις ή χαρακτηριστικά που ο άνθρωπος δυσκολεύεται να αναγνωρίσει ως δικά του αποδίδονται σε κάποιον άλλον.

Η λειτουργία της είναι σχετικά απλή αλλά εξαιρετικά αποτελεσματική. Αν μία πλευρά του εαυτού βιώνεται ως υπερβολικά απειλητική ή ασυμβίβαστη με την εικόνα που έχει το άτομο για τον εαυτό του, τότε η πλευρά αυτή παύει να βιώνεται ως εσωτερική και εμφανίζεται σαν να ανήκει αποκλειστικά στον άλλον.

Ένας άνθρωπος που δυσκολεύεται να αναγνωρίσει τη δική του επιθετικότητα μπορεί να είναι διαρκώς πεπεισμένος ότι οι άλλοι θέλουν να τον βλάψουν. Κάποιος που δυσκολεύεται να αποδεχθεί τον φθόνο του μπορεί να αισθάνεται ότι όλοι τον ζηλεύουν. Ένας σύντροφος που βιώνει έντονες ασυνείδητες επιθυμίες απιστίας μπορεί να υποψιάζεται συνεχώς ότι ο άλλος τον απατά.

Η προβολή προστατεύει προσωρινά την αυτοεικόνα του ατόμου. Το τίμημα, όμως, είναι ότι η πραγματικότητα αρχίζει να ερμηνεύεται περισσότερο μέσα από τις εσωτερικές συγκρούσεις παρά μέσα από τα πραγματικά δεδομένα.

Προβολική Ταύτιση (Projective Identification)

Η προβολική ταύτιση αποτελεί μία από τις πιο σύνθετες και σημαντικές έννοιες της σύγχρονης ψυχανάλυσης. Περιγράφηκε αρχικά από τη Melanie Klein και στη συνέχεια αναπτύχθηκε ιδιαίτερα από τον Wilfred Bion, τον Herbert Rosenfeld, τον Otto Kernberg και πολλούς ακόμη ψυχαναλυτές.

Σε αντίθεση με την απλή προβολή, εδώ ο άνθρωπος δεν αποδίδει μόνο ένα συναίσθημα στον άλλον. Μέσα από τον τρόπο που σχετίζεται μαζί του, ασκεί ασυνείδητα πίεση ώστε ο άλλος να αρχίσει πράγματι να βιώνει αυτό που ο ίδιος αδυνατεί να αντέξει μέσα του.

Ένας θεραπευόμενος που αδυνατεί να ανεχθεί τη δική του ανεπάρκεια μπορεί, χωρίς να το αντιλαμβάνεται, να δημιουργεί συνθήκες μέσα στις οποίες ο θεραπευτής αρχίζει να αισθάνεται ανεπαρκής. Ένας άνθρωπος που δεν μπορεί να επεξεργαστεί τον θυμό του μπορεί να προκαλεί συνεχώς στους άλλους θυμό απέναντί του. Ένας γονέας που δεν αντέχει τη δική του αδυναμία μπορεί να κάνει το παιδί να αισθάνεται αδύναμο, ενώ ο ίδιος διατηρεί την αίσθηση ελέγχου.

Η προβολική ταύτιση δεν αποτελεί απλή μεταφορά συναισθημάτων. Πρόκειται για μία διαπροσωπική διαδικασία μέσα στην οποία οι ασυνείδητες πλευρές ενός ανθρώπου επηρεάζουν ενεργά τον ψυχισμό ενός άλλου.

Για τον ψυχαναλυτή, η αναγνώριση της προβολικής ταύτισης αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα εργαλεία κατανόησης της θεραπευτικής σχέσης, καθώς πολλά από τα συναισθήματα που βιώνει ο ίδιος μπορεί να αποτελούν πολύτιμες πληροφορίες για τον εσωτερικό κόσμο του θεραπευόμενου.

Ενδοβολή (Introjection)

Η ενδοβολή αποτελεί, κατά κάποιον τρόπο, τον αντίστροφο μηχανισμό της προβολής.

Εδώ ο άνθρωπος ενσωματώνει μέσα στον εσωτερικό του κόσμο χαρακτηριστικά, στάσεις ή ιδιότητες σημαντικών προσώπων. Μέσω αυτής της διαδικασίας διαμορφώνεται σταδιακά μεγάλο μέρος της προσωπικότητας.

Η ενδοβολή είναι απαραίτητη για την ανάπτυξη. Χάρη σε αυτήν, το παιδί αποκτά εσωτερικές αναπαραστάσεις των γονέων, εσωτερικεύει αξίες, τρόπους σκέψης και μορφές φροντίδας. Στην πορεία της ζωής, οι εσωτερικές αυτές αναπαραστάσεις αποτελούν τη βάση της συνείδησης, της αυτορρύθμισης και της αίσθησης ασφάλειας.

Όταν όμως οι πρώιμες σχέσεις χαρακτηρίζονται από έντονη επιθετικότητα, απόρριψη ή κακοποίηση, ο άνθρωπος μπορεί να ενδοβάλει ιδιαίτερα σκληρές και τιμωρητικές εικόνες των σημαντικών άλλων. Οι εικόνες αυτές εξακολουθούν να λειτουργούν μέσα του ακόμη και όταν τα πραγματικά πρόσωπα έχουν προ πολλού απομακρυνθεί από τη ζωή του.

Δεν είναι λίγοι οι άνθρωποι που συνεχίζουν να επικρίνουν ανελέητα τον εαυτό τους με τρόπο σχεδόν πανομοιότυπο με εκείνον που κάποτε τους επέκρινε ένας γονέας. Η φωνή του γονέα έχει πλέον μετατραπεί σε εσωτερική φωνή.

Πρωτογενής Απόσυρση (Primitive Withdrawal)

Υπάρχουν στιγμές κατά τις οποίες η πραγματικότητα γίνεται τόσο επώδυνη ώστε η πιο άμεση μορφή προστασίας είναι η ψυχική απόσυρση από αυτήν.

Η πρωτογενής απόσυρση αποτελεί έναν μηχανισμό μέσω του οποίου το άτομο περιορίζει δραστικά τη συναισθηματική του εμπλοκή με τον εξωτερικό κόσμο. Αντί να προσπαθεί να μεταβάλει την πραγματικότητα ή να αντιμετωπίσει τη σύγκρουση, αποσύρεται σε έναν περισσότερο εσωτερικό και προστατευμένο ψυχικό χώρο.

Στα βρέφη, η λειτουργία αυτή αποτελεί φυσιολογικό μέρος της ανάπτυξης. Στον ενήλικα, όμως, όταν γίνεται κυρίαρχη μορφή αντιμετώπισης των δυσκολιών, μπορεί να οδηγήσει σε έντονη κοινωνική απομόνωση, περιορισμό των σχέσεων και προοδευτική απομάκρυνση από τη συναισθηματική ζωή.

Ο άνθρωπος δεν αποφεύγει μόνο τον πόνο. Αποφεύγει σταδιακά και την ίδια τη δυνατότητα ουσιαστικής σχέσης.

Παντοδύναμος Έλεγχος (Omnipotent Control)

Η ανάγκη να αισθάνεται κανείς ότι μπορεί να ελέγχει πλήρως τους ανθρώπους και τα γεγονότα αποτελεί μία ακόμη πρωτογενή μορφή άμυνας.

Ο άνθρωπος που βασίζεται υπερβολικά στον παντοδύναμο έλεγχο δυσκολεύεται να ανεχθεί ότι οι άλλοι διαθέτουν αυτονομία, ανεξάρτητες επιθυμίες και απρόβλεπτες αντιδράσεις. Συχνά προσπαθεί να οργανώνει λεπτομερώς τις σχέσεις, να προβλέπει κάθε πιθανή εξέλιξη ή να καθορίζει τη συμπεριφορά των άλλων ώστε να μειώσει το άγχος που προκαλεί η αβεβαιότητα.

Η άμυνα αυτή συναντάται σε διαφορετικούς βαθμούς σε πολλούς ανθρώπους. Σε παθολογικές μορφές, όμως, οι σχέσεις μετατρέπονται σε πεδίο συνεχούς ελέγχου, όπου η ελευθερία του άλλου βιώνεται ως απειλή αντί ως φυσιολογικό χαρακτηριστικό κάθε ανθρώπινης σχέσης.

Πίσω από την ανάγκη του απόλυτου ελέγχου δεν βρίσκεται συνήθως η πραγματική δύναμη αλλά ο έντονος φόβος ότι χωρίς έλεγχο θα ακολουθήσει αποδιοργάνωση, εγκατάλειψη ή ψυχική κατάρρευση.

Παρά τις διαφορές τους, όλοι οι πρωτογενείς αμυντικοί μηχανισμοί υπηρετούν έναν κοινό σκοπό: προστατεύουν τον ψυχισμό όταν η πραγματικότητα βιώνεται ως υπερβολικά επώδυνη για να γίνει ανεκτή. Το πρόβλημα δεν βρίσκεται στην ύπαρξή τους αλλά στην ακαμψία με την οποία χρησιμοποιούνται. Όσο περισσότερο κυριαρχούν στην οργάνωση της προσωπικότητας, τόσο δυσκολότερο γίνεται για τον άνθρωπο να βιώσει τον εαυτό του και τους άλλους ως σύνθετες, αντιφατικές αλλά τελικά ολοκληρωμένες υπάρξεις.

Επαγγελματική εκπαίδευση

Εμβαθύνετε την κατανόησή σας μέσα από τυπική εκπαίδευση

Το Ετήσιο Πρόγραμμα Εισαγωγής στην Ψυχαναλυτική Θεωρία του CPS προσφέρει μια δομημένη εισαγωγή στις θεμελιώδεις αρχές, έννοιες και κύριες παραδόσεις της ψυχαναλυτικής σκέψης.

Εξερευνήστε το πρόγραμμα εκπαίδευσης