Μεταβίβαση και Αντιμεταβίβαση: Η Καρδιά της Ψυχαναλυτικής Εργασίας
Ελάχιστες έννοιες στην ιστορία της ψυχανάλυσης έχουν παρεξηγηθεί τόσο συχνά όσο η μεταβίβαση και η αντιμεταβίβαση. Συχνά παρουσιάζονται ως ιδιαίτερα ή παράδοξα φαινόμενα που εμφανίζονται αποκλειστικά μέσα στο ψυχαναλυτικό γραφείο. Στην πραγματικότητα, αποτελούν καθολικές λειτουργίες της ανθρώπινης ψυχής. Η ψυχαναλυτική θεραπεία δεν τις δημιουργεί· τις καθιστά ορατές και τις χρησιμοποιεί ως το σημαντικότερο εργαλείο κατανόησης της προσωπικότητας.
Καμία ανθρώπινη σχέση δεν αρχίζει από το μηδέν. Κανείς δεν συναντά τον άλλον ως έναν απολύτως άγνωστο άνθρωπο. Από τις πρώτες κιόλας στιγμές μιας νέας γνωριμίας, ο νους οργανώνει την εμπειρία μέσα από ήδη υπάρχοντα εσωτερικά πρότυπα σχέσεων. Οι πρώιμες εμπειρίες με τους γονείς και τα σημαντικά πρόσωπα της παιδικής ηλικίας εξακολουθούν, χωρίς να το αντιλαμβανόμαστε, να επηρεάζουν τον τρόπο με τον οποίο αντιλαμβανόμαστε, ερμηνεύουμε και βιώνουμε τους ανθρώπους γύρω μας.
Αυτό ακριβώς είναι η μεταβίβαση.
Δεν πρόκειται απλώς για τη μεταφορά συναισθημάτων προς τον θεραπευτή. Πρόκειται για την επανενεργοποίηση ολόκληρων εσωτερικών κόσμων. Προσδοκίες, φόβοι, επιθυμίες, συγκρούσεις και τρόποι σύνδεσης που δημιουργήθηκαν πολύ πριν από τη θεραπεία αρχίζουν να εκφράζονται μέσα στη σχέση με τον αναλυτή.
Ένας θεραπευόμενος μπορεί να είναι πεπεισμένος ότι ο θεραπευτής του θα τον απορρίψει, παρότι δεν υπάρχει κανένα στοιχείο που να το δικαιολογεί. Κάποιος άλλος μπορεί να αισθάνεται ότι δεν αξίζει πραγματικά το ενδιαφέρον του θεραπευτή ή να φοβάται διαρκώς ότι θα εγκαταλειφθεί. Άλλος μπορεί να τον ιδεοποιεί, να τον θεωρεί μοναδικό άνθρωπο που μπορεί να τον καταλάβει ή να περιμένει από εκείνον να λύσει όλα του τα προβλήματα. Σε διαφορετικές στιγμές της θεραπείας μπορεί να εμφανιστεί έντονος θυμός, εξάρτηση, ανταγωνισμός, ανάγκη για επιβεβαίωση ή ακόμη και η αίσθηση ότι ο θεραπευτής δεν ενδιαφέρεται πραγματικά.
Για τον άνθρωπο που βιώνει αυτές τις εμπειρίες, τα συναισθήματα είναι απολύτως αληθινά. Η ψυχανάλυση, όμως, δεν περιορίζεται στο ερώτημα αν είναι αληθινά. Αναρωτιέται από πού προέρχονται, γιατί ενεργοποιούνται σε αυτή τη συγκεκριμένη σχέση και ποια εσωτερική πραγματικότητα εκφράζουν.
Η μεταβίβαση δεν αποτελεί εμπόδιο στη θεραπεία. Είναι η θεραπεία.
Αυτό που μέχρι τότε εκδηλωνόταν μέσα από τις επιλογές συντρόφων, τις συγκρούσεις στις φιλίες, τις δυσκολίες στον επαγγελματικό χώρο ή την επανάληψη των ίδιων αδιεξόδων, αρχίζει να εμφανίζεται μέσα στη θεραπευτική σχέση, όπου πλέον μπορεί να παρατηρηθεί, να κατανοηθεί και να επεξεργαστεί.
Η ψυχανάλυση διαφέρει από πολλές άλλες θεραπευτικές προσεγγίσεις ακριβώς επειδή δεν αρκείται στην περιγραφή των δυσκολιών της καθημερινότητας. Ενδιαφέρεται να δει πώς αυτές οι δυσκολίες αναπαράγονται ζωντανά μέσα στη σχέση με τον θεραπευτή. Εκεί, οι ασυνείδητοι τρόποι σύνδεσης παύουν να αποτελούν θεωρητικές έννοιες και μετατρέπονται σε άμεση εμπειρία.
Εξίσου σημαντική είναι η έννοια της αντιμεταβίβασης.
Στα πρώτα χρόνια της ψυχανάλυσης θεωρούνταν κυρίως ως οι προσωπικές δυσκολίες του θεραπευτή που μπορούσαν να παρεμβληθούν στην κατανόηση του ασθενούς. Με την εξέλιξη της ψυχαναλυτικής σκέψης έγινε σαφές ότι η πραγματικότητα είναι πολύ πιο σύνθετη.
Σήμερα γνωρίζουμε ότι τα συναισθήματα που γεννώνται μέσα στον θεραπευτή αποτελούν συχνά πολύτιμη πηγή πληροφοριών για τον εσωτερικό κόσμο του θεραπευόμενου.
Ορισμένοι άνθρωποι προκαλούν έντονη ανάγκη προστασίας. Άλλοι δημιουργούν ανεξήγητη αίσθηση ανεπάρκειας στον θεραπευτή. Άλλοι γεννούν πλήξη, αμηχανία, θυμό, αίσθηση πίεσης ή την επιθυμία να δοθούν γρήγορες λύσεις. Τα συναισθήματα αυτά δεν αντιμετωπίζονται ως προσωπικές αντιδράσεις που πρέπει να απορριφθούν, αλλά ως δεδομένα που χρειάζονται προσεκτική διερεύνηση.
Το κρίσιμο ερώτημα δεν είναι απλώς «τι αισθάνομαι απέναντι σε αυτόν τον άνθρωπο;», αλλά «τι μας λέει αυτό που αισθάνομαι για τον τρόπο με τον οποίο οργανώνει τις σχέσεις του;».
Αυτό προϋποθέτει υψηλό βαθμό εκπαίδευσης, προσωπικής ανάλυσης και συνεχούς εποπτείας του θεραπευτή. Όσο μεγαλύτερη επίγνωση έχει ο αναλυτής του δικού του εσωτερικού κόσμου, τόσο μεγαλύτερη είναι η δυνατότητά του να διακρίνει ποια συναισθήματα προέρχονται από τη δική του προσωπικότητα και ποια αναδύονται ως μέρος της ιδιαίτερης δυναμικής που συνδιαμορφώνεται με τον θεραπευόμενο.
Η μεταβίβαση και η αντιμεταβίβαση δεν αποτελούν δύο ανεξάρτητα φαινόμενα. Δημιουργούν ένα ενιαίο σχεσιακό πεδίο μέσα στο οποίο δύο ψυχισμοί επηρεάζουν διαρκώς ο ένας τον άλλον. Η θεραπευτική εργασία δεν πραγματοποιείται έξω από αυτή τη σχέση, αλλά ακριβώς μέσα σε αυτήν.
Γι' αυτό και η ψυχαναλυτική θεραπεία δεν περιορίζεται στην ανακούφιση των συμπτωμάτων. Η ουσιαστική αλλαγή δεν προκύπτει επειδή ο άνθρωπος έμαθε καλύτερες συμβουλές ή νέες τεχνικές διαχείρισης των συναισθημάτων του. Προκύπτει επειδή απέκτησε την εμπειρία μιας διαφορετικής σχέσης, μέσα στην οποία οι παλιοί τρόποι σύνδεσης μπορούν να αναγνωριστούν, να κατανοηθούν και σταδιακά να μετασχηματιστούν.
Αυτός είναι ίσως ο βαθύτερος λόγος για τον οποίο η μεταβίβαση και η αντιμεταβίβαση παραμένουν μέχρι σήμερα ο πυρήνας της ψυχαναλυτικής θεωρίας και της κλινικής πράξης. Δεν αποτελούν απλώς τεχνικές έννοιες. Αποτελούν τον τρόπο με τον οποίο η ψυχανάλυση προσεγγίζει το ανθρώπινο ασυνείδητο: όχι ως κάτι που παρατηρείται από απόσταση, αλλά ως κάτι που αναδύεται μέσα στη ζωντανή σχέση μεταξύ δύο ανθρώπων. Εκεί όπου οι ασυνείδητες συγκρούσεις γίνονται εμπειρία, δημιουργείται και η δυνατότητα της βαθιάς ψυχικής αλλαγής.
Επικοινωνήστε μαζί μας
Εάν επιθυμείτε να ενημερώνεστε για τις νέες επιστημονικές δημοσιεύσεις, τις αναλυτικές θεραπευτικές ομάδες και τις εκπαιδευτικές δράσεις του Centre for Psychoanalytic Studies (CPS), μπορείτε να γίνετε μέλος του επίσημου καναλιού μας.