Ψυχαναλυτικές Μελέτες
Γιατί δύο άνθρωποι με το ίδιο σύμπτωμα μπορεί να χρειάζονται εντελώς διαφορετική θεραπεία;
Ένας άνθρωπος υποφέρει από κρίσεις πανικού. Ένας δεύτερος εμφανίζει ακριβώς το ίδιο σύμπτωμα. Και οι δύο περιγράφουν ταχυκαρδία, αίσθημα ασφυξίας, φόβο ότι θα πεθάνουν ή ότι θα χάσουν τον έλεγχο. Με βάση μια συμπτωματοκεντρική προσέγγιση, οι δύο περιπτώσεις φαίνεται να ανήκουν στην ίδια διαγνωστική κατηγορία και, κατά συνέπεια, να απαιτούν την ίδια θεραπεία.
Η ψυχαναλυτική σκέψη ακολουθεί έναν εντελώς διαφορετικό δρόμο.
Για τον ψυχαναλυτή, το σύμπτωμα αποτελεί μόνο το σημείο εκκίνησης της διερεύνησης και όχι το τέλος της. Το γεγονός ότι δύο άνθρωποι παρουσιάζουν το ίδιο σύμπτωμα δεν σημαίνει ότι αυτό γεννήθηκε από τις ίδιες ψυχικές διεργασίες, εξυπηρετεί την ίδια λειτουργία ή εντάσσεται στην ίδια οργάνωση της προσωπικότητας. Αντίθετα, πίσω από μια φαινομενικά κοινή εικόνα μπορεί να κρύβονται εντελώς διαφορετικοί εσωτερικοί κόσμοι.
Η διάκριση αυτή αποτελεί μία από τις θεμελιώδεις διαφορές ανάμεσα στην ψυχαναλυτική κατανόηση και στις προσεγγίσεις που οργανώνονται κυρίως γύρω από τη διάγνωση των συμπτωμάτων.
Το σύμπτωμα δεν είναι η ασθένεια
Στην καθημερινή ζωή συχνά αντιμετωπίζουμε το σύμπτωμα ως το ίδιο το πρόβλημα. Αν κάποιος έχει αϋπνία, θεωρούμε ότι το πρόβλημα είναι η αϋπνία. Αν έχει άγχος, πιστεύουμε ότι το πρόβλημα είναι το άγχος. Αν παρουσιάζει ιδεοληψίες ή κρίσεις πανικού, θεωρούμε ότι αυτές αποτελούν την ίδια την ψυχική διαταραχή.
Η ψυχανάλυση προτείνει μια διαφορετική οπτική.
Το σύμπτωμα δεν είναι η ψυχική διαταραχή. Είναι μία έκφραση του τρόπου με τον οποίο ο ψυχισμός προσπαθεί να διατηρήσει την ισορροπία του απέναντι σε συγκρούσεις, άγχη ή αναπτυξιακές δυσκολίες. Με άλλα λόγια, το σύμπτωμα δεν είναι μόνο κάτι που προκαλεί πόνο· είναι συγχρόνως και μια λύση, έστω ατελής, σε ένα βαθύτερο ψυχικό πρόβλημα.
Αυτό σημαίνει ότι δύο πανομοιότυπα συμπτώματα μπορεί να επιτελούν εντελώς διαφορετικές λειτουργίες.
Σε έναν άνθρωπο, η κρίση πανικού μπορεί να αποτελεί έκφραση έντονης σύγκρουσης ανάμεσα στην επιθυμία για αυτονομία και στον φόβο απώλειας της αγάπης των σημαντικών προσώπων. Σε έναν άλλον, μπορεί να σχετίζεται με κατακερματιστικό άγχος που απειλεί τη συνοχή της ίδιας της προσωπικότητας. Στην πρώτη περίπτωση, η ψυχική λειτουργία διαφέρει ριζικά από τη δεύτερη, παρότι η εξωτερική εικόνα είναι σχεδόν ίδια.
Ο ψυχαναλυτής, επομένως, δεν σταματά στην περιγραφή του συμπτώματος. Αναζητά το νόημά του μέσα στη συνολική οικονομία του ψυχισμού.
Η ίδια διάγνωση δεν σημαίνει τον ίδιο άνθρωπο
Οι διαγνωστικές κατηγορίες αποτελούν χρήσιμα εργαλεία επικοινωνίας μεταξύ των επαγγελματιών ψυχικής υγείας. Επιτρέπουν την περιγραφή ορισμένων χαρακτηριστικών και διευκολύνουν την επιστημονική έρευνα.
Ωστόσο, καμία διάγνωση δεν μπορεί να περιγράψει την πολυπλοκότητα μιας ανθρώπινης προσωπικότητας.
Δύο άνθρωποι που πληρούν ακριβώς τα ίδια διαγνωστικά κριτήρια μπορεί να διαφέρουν σχεδόν σε κάθε ουσιαστική ψυχολογική διάσταση. Μπορεί να αγαπούν διαφορετικά, να φοβούνται διαφορετικά, να αμύνονται διαφορετικά απέναντι στον ψυχικό πόνο και να διαθέτουν εντελώς διαφορετικές δυνατότητες για ενδοσκόπηση, συμβολοποίηση και ανάπτυξη.
Η ψυχαναλυτική εργασία δεν ξεκινά από την ερώτηση «ποια είναι η διάγνωση;», αλλά από την ερώτηση «πώς είναι οργανωμένος ο ψυχικός κόσμος αυτού του μοναδικού ανθρώπου;».
Η απάντηση σε αυτό το ερώτημα είναι εκείνη που καθοδηγεί τη θεραπεία.
Η οργάνωση της προσωπικότητας καθορίζει τη θεραπευτική στρατηγική
Στη σύγχρονη ψυχαναλυτική θεωρία, και ιδιαίτερα στη θεωρία των αντικειμενοτρόπων σχέσεων, το κεντρικό ενδιαφέρον στρέφεται όχι μόνο στα συμπτώματα αλλά στη συνολική οργάνωση της προσωπικότητας.
Ο θεραπευτής διερευνά τον τρόπο με τον οποίο το άτομο αντιλαμβάνεται τον εαυτό του και τους άλλους, την ποιότητα των εσωτερικών αντικειμενοτρόπων σχέσεων, τις κυρίαρχες αμυντικές διεργασίες, την ικανότητα διαχείρισης των συναισθημάτων, τη σταθερότητα της ταυτότητας και την επαφή με την πραγματικότητα.
Αυτές οι διαστάσεις είναι πολύ πιο καθοριστικές για τον σχεδιασμό της θεραπείας από την απλή καταγραφή των συμπτωμάτων.
Ένας άνθρωπος με υψηλό επίπεδο ψυχικής οργάνωσης μπορεί να αξιοποιήσει την ελεύθερη συνειρμική διαδικασία, να αντέξει τις ερμηνείες και να χρησιμοποιήσει δημιουργικά τη θεραπευτική σχέση για βαθιά ψυχική αλλαγή.
Ένας άλλος άνθρωπος, με πολύ πιο εύθραυστη προσωπική οργάνωση, μπορεί να χρειάζεται αρχικά μια θεραπεία που θα δώσει έμφαση στη σταθεροποίηση, στην ανάπτυξη της ικανότητας σκέψης, στη συγκράτηση των έντονων συναισθημάτων και στη δημιουργία ενός ασφαλούς θεραπευτικού πλαισίου.
Είναι προφανές ότι η ίδια θεραπευτική τεχνική δεν θα ήταν κατάλληλη και για τους δύο.
Το ίδιο σύμπτωμα μπορεί να εξυπηρετεί διαφορετικές ψυχικές λειτουργίες
Η ψυχαναλυτική σκέψη αντιμετωπίζει κάθε σύμπτωμα ως ένα φαινόμενο με συγκεκριμένη λειτουργία μέσα στον ψυχισμό.
Μια φοβία μπορεί να προστατεύει από μια ασυνείδητη σύγκρουση.
Ένας ψυχαναγκασμός μπορεί να λειτουργεί ως άμυνα απέναντι στην επιθετικότητα ή στην ενοχή.
Μια κατάθλιψη μπορεί να σχετίζεται με πένθος που δεν ολοκληρώθηκε, με έντονο υπερεγώ, με ναρκισσιστική κατάρρευση ή με βαθιές διαταραχές στις πρώιμες αντικειμενοτρόπες σχέσεις.
Ακόμη και όταν το σύμπτωμα έχει το ίδιο όνομα, η ψυχική του σημασία μπορεί να είναι τελείως διαφορετική.
Αυτός είναι ο λόγος για τον οποίο η ψυχαναλυτική θεραπεία δεν επιχειρεί να εφαρμόσει προκαθορισμένα πρωτόκολλα. Κάθε θεραπεία οικοδομείται πάνω στην ιδιαίτερη ψυχική πραγματικότητα του συγκεκριμένου ανθρώπου και όχι πάνω στην ονομασία του συμπτώματος.
Γιατί η ίδια παρέμβαση μπορεί να είναι θεραπευτική για τον έναν και επιζήμια για τον άλλον
Η θεραπεία δεν αποτελεί μια τεχνική που εφαρμόζεται μηχανικά πάνω σε ένα σύμπτωμα. Αποτελεί μια συνάντηση ανάμεσα σε δύο ψυχισμούς, μέσα στην οποία κάθε παρέμβαση αποκτά νόημα μόνο σε σχέση με τον συγκεκριμένο άνθρωπο στον οποίο απευθύνεται.
Μια ερμηνεία που βοηθά έναν θεραπευόμενο να αποκτήσει βαθύτερη αυτογνωσία μπορεί να είναι υπερβολικά πρώιμη για έναν άλλον. Αν ο δεύτερος δεν διαθέτει ακόμη επαρκή ψυχική συνοχή, η ίδια ακριβώς ερμηνεία ενδέχεται να αυξήσει το άγχος του, να ενισχύσει τις άμυνές του ή ακόμη και να οδηγήσει σε αποδιοργάνωση.
Αυτό δεν σημαίνει ότι η ερμηνεία ήταν λανθασμένη ως προς το περιεχόμενό της. Σημαίνει ότι δεν ήταν κατάλληλη για το επίπεδο ψυχικής λειτουργίας του συγκεκριμένου ανθρώπου, τη συγκεκριμένη στιγμή.
Η ψυχαναλυτική τεχνική δεν καθορίζεται μόνο από το τι είναι αληθές, αλλά και από το τι μπορεί να αφομοιωθεί δημιουργικά από τον θεραπευόμενο.
Η θεραπεία ακολουθεί την προσωπικότητα, όχι το σύμπτωμα
Στη σύγχρονη ψυχαναλυτική θεωρία, ιδιαίτερα μέσα από το έργο του Otto Kernberg, γίνεται σαφές ότι το καθοριστικό ερώτημα δεν είναι «ποιο σύμπτωμα παρουσιάζει ο άνθρωπος;», αλλά «σε ποιο επίπεδο είναι οργανωμένη η προσωπικότητά του;».
Ένας άνθρωπος με νευρωτική οργάνωση προσωπικότητας διαθέτει συνήθως μια σταθερή αίσθηση ταυτότητας, σχετικά ώριμες άμυνες και καλή επαφή με την πραγματικότητα. Μπορεί να επωφεληθεί από βαθιές ερμηνείες των ασυνείδητων συγκρούσεων και να χρησιμοποιήσει τη θεραπευτική σχέση ως χώρο επεξεργασίας των εσωτερικών του αντιφάσεων.
Αντίθετα, ένας άνθρωπος με οριακή οργάνωση προσωπικότητας μπορεί να δυσκολεύεται να διατηρήσει μια σταθερή εικόνα του εαυτού και των άλλων. Η εμπειρία του συχνά χαρακτηρίζεται από έντονες διακυμάνσεις ανάμεσα στην εξιδανίκευση και την απαξίωση, από δυσκολίες στη ρύθμιση του συναισθήματος και από την κυριαρχία πρωιμότερων αμυντικών μηχανισμών.
Στην περίπτωση αυτή, ο θεραπευτικός στόχος δεν είναι αρχικά η αποκάλυψη όλων των ασυνείδητων συγκρούσεων, αλλά η ενίσχυση της ψυχικής συνοχής, η σταδιακή ενοποίηση των κατακερματισμένων αναπαραστάσεων του εαυτού και των σημαντικών άλλων και η ανάπτυξη μεγαλύτερης ικανότητας να σκέφτεται κανείς τα συναισθήματά του αντί να τα εκδραματίζει.
Σε ακόμη πιο εύθραυστες μορφές ψυχικής οργάνωσης, όπου διακυβεύεται η ίδια η επαφή με την πραγματικότητα, οι θεραπευτικές προτεραιότητες διαφοροποιούνται ακόμη περισσότερο. Η δημιουργία ενός ασφαλούς, σταθερού και περιέχοντος θεραπευτικού πλαισίου προηγείται οποιασδήποτε βαθιάς ερμηνευτικής εργασίας.
Έτσι, η ίδια κρίση πανικού μπορεί να αντιμετωπιστεί με πολύ διαφορετικό τρόπο, όχι επειδή αλλάζει το σύμπτωμα, αλλά επειδή αλλάζει ο άνθρωπος που το βιώνει.
Το αναπτυξιακό ιστορικό έχει μεγαλύτερη σημασία από τη λίστα των συμπτωμάτων
Η ψυχανάλυση ενδιαφέρεται πάντοτε για την ιστορία της ανάπτυξης.
Πώς βίωσε το παιδί τη σχέση με τους γονείς του;
Υπήρχε συναισθηματική διαθεσιμότητα ή κυριαρχούσε η ασυνέπεια;
Πώς αντιμετωπιζόταν η εξάρτηση, η επιθετικότητα, η απογοήτευση ή η ανάγκη για παρηγοριά;
Πώς διαμορφώθηκαν οι πρώτες εικόνες του εαυτού και των σημαντικών άλλων;
Οι απαντήσεις σε αυτά τα ερωτήματα επιτρέπουν στον ψυχαναλυτή να κατανοήσει όχι μόνο την προέλευση των συμπτωμάτων αλλά και τον τρόπο με τον οποίο οργανώθηκε ολόκληρη η προσωπικότητα.
Δύο άνθρωποι μπορεί να παρουσιάζουν την ίδια κατάθλιψη, αλλά στον έναν να αποτελεί κυρίως έκφραση ενός περίπλοκου και ανεπεξέργαστου πένθους, ενώ στον άλλον να αντανακλά μια χρόνια αίσθηση εσωτερικής κενότητας που συνδέεται με σοβαρές διαταραχές των πρώιμων αντικειμενοτρόπων σχέσεων.
Η λέξη «κατάθλιψη» δεν αρκεί για να περιγράψει αυτές τις δύο εντελώς διαφορετικές ψυχικές πραγματικότητες.
Δεν θεραπεύεται το σύμπτωμα· θεραπεύεται ο άνθρωπος
Ίσως η σημαντικότερη συμβολή της ψυχανάλυσης είναι ότι μετατοπίζει το ενδιαφέρον από την εξάλειψη του συμπτώματος στην κατανόηση του ανθρώπου που το παράγει.
Αυτό δεν σημαίνει ότι το σύμπτωμα αγνοείται ούτε ότι η ανακούφιση από την ψυχική οδύνη θεωρείται δευτερεύουσα. Αντίθετα, η ανακούφιση αποτελεί έναν ουσιαστικό θεραπευτικό στόχο.
Η ψυχανάλυση, όμως, υποστηρίζει ότι η σταθερή και βαθιά αλλαγή προκύπτει όταν μετασχηματίζονται οι ψυχικές διεργασίες που δημιούργησαν το σύμπτωμα και όχι όταν περιορίζονται μόνο οι εξωτερικές εκδηλώσεις του.
Όταν αλλάζει η ποιότητα των εσωτερικών αντικειμενοτρόπων σχέσεων, όταν ενισχύεται η ικανότητα συμβολοποίησης, όταν οι άμυνες γίνονται πιο ώριμες και όταν ο άνθρωπος αποκτά μεγαλύτερη ψυχική ελευθερία, τότε συχνά μεταβάλλονται και τα ίδια τα συμπτώματα ως φυσικό επακόλουθο αυτής της βαθύτερης αναδιοργάνωσης.
Συμπέρασμα
Το γεγονός ότι δύο άνθρωποι παρουσιάζουν το ίδιο σύμπτωμα δεν σημαίνει ότι υποφέρουν από το ίδιο ψυχολογικό πρόβλημα ούτε ότι χρειάζονται την ίδια θεραπεία.
Για την ψυχανάλυση, κάθε σύμπτωμα αποκτά νόημα μόνο όταν κατανοηθεί μέσα στο ευρύτερο πλαίσιο της προσωπικότητας, της αναπτυξιακής ιστορίας, των εσωτερικών αντικειμενοτρόπων σχέσεων, των αμυντικών μηχανισμών και του ιδιαίτερου τρόπου με τον οποίο κάθε άνθρωπος οργανώνει τον ψυχικό του κόσμο.
Αυτός είναι ο λόγος για τον οποίο η ψυχαναλυτική θεραπεία δεν βασίζεται σε τυποποιημένα πρωτόκολλα ούτε εφαρμόζει την ίδια τεχνική σε όλους τους ανθρώπους με την ίδια διάγνωση.
Αντίθετα, κάθε θεραπεία αποτελεί μια μοναδική διαδικασία, σχεδιασμένη γύρω από τη μοναδικότητα του συγκεκριμένου ανθρώπου. Διότι στην ψυχανάλυση το αντικείμενο της θεραπείας δεν είναι το σύμπτωμα. Είναι ολόκληρη η προσωπικότητα που βρίσκεται πίσω από αυτό.
Επαγγελματική εκπαίδευση
Εμβαθύνετε την κατανόησή σας μέσα από τυπική εκπαίδευση
Το Ετήσιο Πρόγραμμα Εισαγωγής στην Ψυχαναλυτική Θεωρία του CPS προσφέρει μια δομημένη εισαγωγή στις θεμελιώδεις αρχές, έννοιες και κύριες παραδόσεις της ψυχαναλυτικής σκέψης.
Εξερευνήστε το πρόγραμμα εκπαίδευσης